Πρώτη μέρα. Κι όμως, κάτι είχε ήδη αρχίσει να συμβαίνει από τη διαδρομή.
Ο δρόμος στένευε όσο ανεβαίναμε, τα βουνά πλησίαζαν το ένα το άλλο, σαν να έγερναν για να είναι κι αυτά μαζί μας εκείνες τις μέρες.
«Τώρα θα δεις τα χρώματα να αλλάζουν και τα βουνά να σμίγουν ένα-ένα».
Δεν ήταν το τοπίο που άλλαζε. Ήμασταν εμείς.
Σιγά σιγά άρχισαν οι πρώτες αποκαλύψεις. Ιστορίες που κουβαλούσαμε χρόνια ξάπλωσαν στο πάτωμα ανάμεσά μας. Και τότε, μέσα σε μια σκηνή, είδα να συμβαίνει κάτι παράξενο.
«Αγγέλοι σαν θνητοί θα σ’ αγκαλιάζουνε, εχθροί θα σου μιλούν αγαπημένα».
Εκείνη τη στιγμή υπήρχαν μόνο άνθρωποι που τόλμησαν, κι οι αμφιβολίες έλιωναν απαλά, σαν χιόνι που έγινε νερό στα μάτια μας.
Σαν να λέγαμε ο ένας στον άλλον
πάρε από μένα θάρρος όταν σου λείπει.
Πάρε φως όταν σκοτεινιάζεις.
Κι εγώ θα πάρω από σένα τη δύναμη που δεν ήξερα ότι έχω.
«Τώρα θα πιω νερό από το ποτήρι σου, δικά σου θα ’ναι πια όσα δεν έχω».
Το βράδυ ήταν δύσκολο. Η σιωπή του βουνού δυνάμωνε τους χτύπους της καρδιάς. Κάποια μάτια έμειναν ανοιχτά. Κάποιοι φόβοι βρήκαν χώρο. Και κάπου μέσα στη νύχτα, γεννήθηκαν λόγια που δεν θα ξεχάσω: «Ήρθα να σε συναντήσω μέσα στο σκοτάδι. Δε θέλω να τρομάξεις. Θέλω μόνο να δεις, πώς έξω από το δωμάτιο με τα κλειστά παντζούρια, έχει ξημερώσει. Κάθε φορά που θα νυχτώνει, να θυμάσαι πως το φως θα έρθει να σε βρει.»
«Θα σπρώξω ουρανό στο παραθύρι σου κι ό,τι δεν άντεχα θα το αντέχω».
Και κάπως έτσι, γίναμε κάτι περισσότερο από ομάδα. Γίναμε καθρέφτες. Γίναμε μάρτυρες και συνταξιδιώτες σε ένα πέρασμα που είχε διόδια, αλλά κανείς δεν πλήρωνε μόνος του.
Ώσπου ήρθε η τελευταία μέρα. Μας βρήκε στην πλατεία του χωριού. Στεκόμασταν όρθιοι, χέρι-χέρι, έτοιμοι να αποχαιρετιστούμε. Δεν έκλαιγε κανείς δυνατά. Δεν χρειαζόταν. Ένα ελαφρύ ψιχάλισμα άρχισε να πέφτει. Μικρές στάλες στα μαλλιά, στο μέτωπο, στα βλέφαρα. Κι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν κρύο. Ήταν ζεστό. Σαν να είχε αποφασίσει ο ουρανός να μας αγγίξει κι αυτός.
Οι στάλες έπεφταν απαλά, κι εμείς μέναμε ενωμένοι, σαν να μην θέλαμε να σπάσει ο κύκλος.
«Τώρα που δεν υπάρχουνε διόδια,
που πέφτει σαν ζεστή βροχή η αγάπη.»
Παναγιώτης



