Γνώρισα ένα παιδί
που δεν έβγαινε για διάλειμμα. Καθόταν ήσυχο στη σπηλιά του. Τα παράθυρα είχαν κάγκελα μα χάζευε ανάμεσα τους την απέραντη θάλασσα κ ουρανό. Υπήρχε μια πόρτα χωρίς κλειδαριά αλλά το παιδί δεν έβγαινε. Ειχε βαρίδια στα πόδια, είχε βαρίδια στα χέρια. Καμία φορά τα χέρια του αγκυλώναν ή τα δαγκωμένα του δάχτυλα δεν μπορούσαν να πιάσουν τα κέρματα που έφτιαχνε πυργάκια κι άλλες φορές τα πόδια του ψάχνανε βάση να σταθούν.
Καθόταν εκεί και τακτοποιούσε σκέψεις, χρώματα και μαρκαδόρους. Κατέστρωσε σχέδια με τα- κρυμμένα στο στήθος του -κλειδιά. Ζωγράφισε έναν ροζ ήλιο κ αποφάσισε θα τον έχει φυλαχτό. Έφτιαχνε σχεδίες, χωρίς προορισμό κ φόβο. Με παρέα το μαξιλάρι του, κάποιους συνεπιμελητες και μια γάτα να μιλούν τη γλώσσα της κατανόησης. Δεν φοβόταν να βουτήξει κ ας είχε μέδουσες. Δεν θα το πονούσαν. Είχε πονέσει ήδη πολύ άλλωστε, αλλά ντρεπόταν να μιλήσει για τον πόνο του, την ταυτότητα του, την επιθυμία του για παγωτό, παιχνίδι, αγκαλιά κι αγάπη. Μπορούσε να ήταν το πρώτο που θα βουτήξει με τόλμη και το τελευταίο που θ αφήσει την παρέα, όσο κ αν νύσταζε.
Είχε έγνοια τη μαμά του, έμοιαζε και διέφερε από τον μπαμπά του, νοσταλγούσε τους γονείς τους. Προσδοκούσε, φοβόταν, προστάτευσε κι ανησυχούσε για το παιδί του, είτε ήρθε στη ζωή, είτε όχι, είτε θα έρθει κάποτε.
Ανησυχούσε για παιδιά σε άλλες σχεδίες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από έναν άδικο κόσμο και ταυτόχρονα βρίσκαν – αν κατάφερναν να φτάσουν – έναν εξίσου άγριο τόπο κι αναρωτιόταν τι σημασία έχει πια.
Γύρω του είχαν υψωθεί τείχη, μέσα του σκληροί κόμποι και πέτρες βαριές που κλέβανε ανάσες κι αναπνοές.
Και ξάφνου ένα ρήγμα, μια ρωγμή, ένα σκίσιμο που επιτρέπει το φως να περάσει κι ο αέρας να κοπάσει. Μια πνοή, νερό και δάκρυ θα ποτίσει τη σχισμή, η ψυχή μου ν ανθίσει, τη δική σου ν αγγίξει με ένα χάδι απαλό. Μια πληγή κρύβει από κάτω που σ αφήνω να τη δεις. Να είσαι ευγενικ@ μαζί της. Τώρα ήρθε στην αυγή.
Γνώρισα ένα παιδί.
Γνώρισα εσένα.
Γνώρισα εμένα.
Υπογραφή: Ένα παιδί



